ΦΟΥΓΚΑ

(Είναι μερικές λέξεις, που υπάρχουν στο κεφάλι μου σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου. Εκεί αποθηκεύονται οι λέξεις που τις ξέρω αλλά πάντα μου διαφεύγουν. Οι λέξεις, δηλαδή που τις ξέρω αλλά δεν τις ξέρω. Να τώρα μπορώ να ανακαλέσω ήδη μερικές: φούγκα, στιλπνός, αβακωτός, και μία άλλη που σημαίνει ευγενής αλλά ποτέ δεν το θυμάμαι γιατί έχει πολύ αδρό άκουσμα, για να σημαίνει ευγενής. Το αδρός το εμπέδωσα. Κι ας μην ταιριάζει εδώ καλά. Εγώ αυτό ήθελα να πω. «Αδρό άκουσμα».)

Φυγή. Σκέφτομαι να φύγω από σένα, γιατί δεν σε αγαπάω, ενώ θέλω. Γιατί σε αγαπάω. Απλώς η αγάπη μου τελειώνει εκεί που αρχίζει ο εγωισμός μου.

Και ο Κύριος Εγωισμός τον τελευταίο καιρό πάει παντού. Επαγρυπνεί. Φοράει το μαύρο του πουκάμισο, το μαύρο του σακάκι, τα μυτερά του ταπαπούτσια. Βάζει και την γκρι του πούδρα. Πάνω από το πράσινο δέρμα του. Νομίζει πως κρύβει τα χαντάκια στα μάγουλά του, αλλά τα τονίζει ακόμα πιο πολύ. Προσέχει τις λεπτομέρειες. Που θέλει αυτός. Λατρεύει το μαντήλι στην τσέπη του σακακιού με τα αρχικά του. Κ.Ε.: Κύριος Εγωισμός. Μόλις βάλει και το καπέλο – μαύρο και αυτό – είναι πια έτοιμος.

Όλη την ώρα σουλατσάρει.

Σε πλατείες και σοκάκια, καφενεία και παρκάκια.

Μιλάει κυρίως σε παιδάκια.

Αλλά εμένα ακολουθεί.

Δε με αφήνει από το μάτι του στιγμή.

Και δεν χάνει ευκαιρία σε κάθε ωραία συγκυρία,

να χωθεί.

Είναι αδύνατος, ψηλός, σαν του δέντρου το κλαδί.

Στραβός και παρτσακλός.

Σαν τζίτζικας πρασινωπός.

Αν εξαιρέσεις το περπάτημα το αστείο, την καμπούρα τη βαθιά, τα πόδια τα θεόστραβα – εν ολίγοις την κορμοστασιά του όλη – μοιάζει με νεκροθάφτη.

Ενώ λοιπόν μέχρι πρότινος κοιμόταν ελαφριά και ξύπναγε μόνο σε καμιά γιορτή ή σε κάνα πανηγύρι, να βάλει την κακιά του πινελιά – στις γιρλάντες, τα φωτάκια, τις κοπέλες, τ’ αγοράκια – τον τελευταίο καιρό, δεν χάνει λεπτό. Μεγάλωσε πια και δεν του αρέσει ο ύπνος. Ούτε και ο κόσμος. Απανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ίσως επειδή μεγάλωσε, δεν έχει ανάγκη πια τόσο ύπνο.  Παίρνει το πινέλο από την τσέπη του παντελονιού του και βάφει μαύρο ό, τι του καπνίσει.  Παίρνει μαύρο απ’ τα χαντάκια στα μάγουλά του. Γελάει πολύ. Για την ακρίβεια, βάφει μαύρο ό, τι θα τον κάνει να γελάσει πιο πολύ.  Για παράδειγμα ό, τι είναι κόκκινο, το μπλε και το πράσινο, τα παγκάκια, τα γελάκια, τα αστεία, τα θρανία. Κυνηγάει τα ζευγαράκια, τα φιλαράκια, τα παιδιά και τους μεγάλους, έξυπνους χαζούς, κοντούς ψηλους. Μισεί τα χρώματα και προσπαθεί να ξεχάσει πως είναι πράσινος. Του αρέσει το μαύρο αίμα του. Και αν τα βρίσκει άσχημα, τα χαντάκια στα μάγουλά τού είναι πολύτιμα. Μισεί και τις μαμάδες. Δεν μπορεί να τις βάψει εύκολα. Διαλύεται το μαύρο στις ποδιές τους.  Τη δικιά μου τη μαμά δεν την έχει βάψει πάντως, σίγουρα.

Ο δικός μου εγωισμός, ο Κύριος Εγωισμός δηλαδή, με ακολουθεί. Στον ύπνο και στον ξύπνιο. Πρέπει να μην κοιμάται καθόλου πια. Μόνο μερικές ανάσες  να παίρνει και τότε μόνο με αφήνει στην ησυχία μου. Να ξαλαφρώσω από τη σκιά του, τη σιχαμένη τη λαλιά του, την ηλίθια προβολή του, τη μισή περιβολή του. Δεν έχω καταλάβει ακόμα αν είναι μια ταινία και σκιά ή μια βαθιά πληγή και χαρακιά. Δεν ξέρω αν πρέπει αν τον φανταστώ σαν παρείσακτο εχθρό ή σαν ένα μαύρο υγρό που ξερνάω και με ανακατεύει. Το ξερνάω με μένος και με πνίγει. Και γι αυτό όποτε τον κύριο Εγωισμό ξερνώ, κλαίω. Γιατί όσο να ναι, είναι άσχημη η μαύρη του πινελιά. Και  πληγώνει. Θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι μαύρη πινελιά αλλά κόκκινη χαρακιά. Αλλά είπαμε, το δικό του αίμα είναι μαύρο και (γι’ αυτό) σιχαίνεται το κόκκινο.  Άλλωστε  η μαύρη πινελιά  σ’ ανακατεύει πιο πολύ. Γιατί δεν είναι μία κόκκινη βαθιά πληγή, παρατεταμένη και πάνω σου χαραγμένη. Ανεξίτηλη. Απτή. Η μαύρη πινελιά είναι επιφανειακή. Ξεπλένεται και ίσως ανανεώνεται. Όλο ανανεώνεται. Αν ξυπνήσει ο Κύριος Εγωισμός. Και δεν μπορείς να την συνηθίσεις και ούτε να την εντοπίσεις. Είναι εφήμερη η μαύρη πινελιά και αναγεννάται συνεχώς, τη βγάζεις από μέσα σου σχεδόν, και κάθε φορά αναρωτιέσαι. Γιατί; Γιατί και πώς ο Κύριος Εγωισμός έγινε τόσο δυνατός;

Αλλά επειδή σ’ αρέσει η φυγή και επειδή είσαι ακόμα μικρή, μιμείσαι τον εγωισμό και σ΄αρέσει να βγάζεις κι εσύ το δικό σου απόσταγμα. Οπότε μην κατηγορείς τον Κύριο Εγωισμό, γιατί αν το καλοσκεφτείς, θα δεις πως με τον ίδιο τρόπο ζείτε μες στον κόσμο. Στη σκιά των άλλων, να τους εκδικείστε που δεν αντέχετε τη μοναξιά σας, βγάζοντας το απόσταγμά σας.  Μπορεί  το δικό τυο υγρό να είναι μαύρο, ενώ εσένα διαφανές. Μπορεί και το μαύρο του υγρό να του προκαλεί γέλωτα ακατάπαυστο,  αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό. Γιατί κι οι δυό πέφτετε με τον τρόπο σας στον πιο βαρύ βυθό. Και μένετε εκεί. Και γραπώνεστε από κάθε περαστικό να πάτε προς τα πάνω. Και μετά πάλι. Μέσα και πάλι πάνω. Και τι σας φταίει ο περαστικός; Καταδικασμένος να είναι περαστικός. Τζίτζικας κι αυτός τζίτζικας κι εσύ, ο κόπος της αλλαγής, σας ενοχλεί.

Είχα σκεφτεί λοιπόν κι εγώ να τον αντιμετωπίσω. Να κονταροχτυπηθώ με τον Κύριο Εγωισμό. Ίσως το μόνο κίνητρο να ήταν το μαύρο του το χρώμα. Στα παιδάκια δεν αρέσει το μαύρο χρώμα. Μάθαν πως είναι κακό. Αλλά κατάλαβα μετά πως είμαστε ίδιοι με τον Κύριο Εγωισμό μου.( Ίδιοι ή οι ίδιοι).  Κι επειδή όλο το ξεχνάω, αναβάλλω την πάλη για μετά. Κι όλο, σε τεντωμένο σχοινί, ξεχνάω-θυμάμαι-θυμάμαι-ξεχνάω πως οι σκέψεις είναι δικές μου..

..ή του Κύριου Εγωισμού μου.

Advertisements

Πολλά κείμενα σε ένα κείμενο. Ένα κείμενο.

Είχαν μαζέψει τα λεφτά για το road trip. Και το ταξίδι ξεκίνησε. Στο αεροπλάνο τραβούσε τα δικά του χέρια να την αγκαλιάσουν . Στο motel τριβόταν στο δικό του πούτσο.  Έξω, απολάμβανε τα βλέμματα άλλων πάνω της. Και τα βλέμματα άλλων πάνω του.

Εκείνη δεν την αγκάλιαζε πια. Από πολύ καιρό. Είχαν μεγαλώσει εδώ και καιρό. Πολύ μεγάλες δηλαδή. Αγκομαχώντας να μείνουν κορίτσια.

Εκείνον, όχι αυτόν, τον άλλον, τον αγκάλιαζε. Έκανε όλα τα ψεύτικα εύκολα. Γιατί όχι;

Τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού τους. Τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού τους, σκεφτόταν την επιστροφή. Τη ζωή μετά την επιστροφή . Τη ζωή της. Τη φυγή από τη μοναξιά.

Είχε πραγματοποιήσει το όνειρό της να οδηγήσει το κάμπριο αυτοκίνητο. Με  λευκό πουκάμισο, γυμνή, τσιγάρο (κι ας το χε κόψει από καιρό) κι ένα gin στο χέρι. Για να τη βγάλουν φωτογραφία και να την κοιτάζουν. Ο ένας με καύλα στο βλέμμα του, ο άλλος με ειλικρινή και την πιο ευγενική κατανόηση.  Κι εκείνη, τρέχοντας δίπλα της. Να μείνουν κορίτσια. Χωρίς να της κρατά το χέρι.

Έτσι κι αλλιώς μόνο αυτός υπήρχε μέσα της. Και ίσως μόνο αυτός να υπάρξει ποτέ. Μέσα της.

Πότε ξεχάσαμε πως είναι ωραίο να μεγαλώνεις; Ίσως  όταν ξεχάσαμε πως είναι ωραίο να χορεύεις νηφάλιος. Χωρίς τσιγάρο στο χέρι. Μα, αυτό δεν ήταν όταν μεγαλώσαμε; Πόσες φορές ζήσαμε αληθινό ενθουσιασμό χορεύοντας και μόνο; Χαμογελάσαμε και ουρλιάξαμε χωρίς να σκεφτούμε πολλά;  Όλα στροβιλίζονταν γύρω μας. Η υπόνοια του άλλου. Η υποψία των βλεμμάτων πάνω μας. Η αληθινή μας απορία. Αν μας γουστάρει, αν γουστάρουμε, αν ζηλεύουμε, αν χορεύουμε ωραία. Η υπόνοια του εαυτού μας.

Και μετά μπήκαν σε τάξη. Απέκτησαν στυλ. Ποτό στο χέρι και τσιγάρο. Pre drinking. Να νιώσουμε πάλι παιδιά; Ζωντανοί; Ξέγνοιαστοι θα λεγα. Να κρατήσουμε το παιχνίδι ζωντανό. Έστω και με ουσίες. Να παίξουμε, να το πιστέψουμε. Να το πιστέψουμε. Να πιούμε, πώς αλλιώς; Πόσο ακόμα πιο δύσκολο θα γίνει να πιστέψουμε το παιχνίδι; Να παίζουμε για το παιχνίδι. Χωρίς επίφαση, χωρίς λαχάνιασμα να μείνουμε νέοι. Γυναίκες και άντρες που παίζουνε. Μια φορά στο τόσο. Παίζουνε. Δεν κυνηγάνε τη σκιά τους. Δεν καθρεφτίζονται στα μάτια των άλλων. Δεν αναρωτιούνται για λίγο ποιοι είναι και τι κάνουν.

Χορεύουν, γελάνε, κλαίνε, ξερνάνε, πέφτουν, γελάνε, ξεχνάνε, κοιτάνε, σπρώχνουν, αγκαλιάζουν.  Θέλει να πάρει τη μούρη της και να την τρίψει στην παλάμη της. Τη μούρη στην παλάμη της. Όχι την παλάμη στη μούρη της. Θα της γραπώσει τα μαλλιά δηλαδή και θα αρχίσει να στύβει το κεφάλι της στο άλλο της χέρι. Και να της  χώσει μία αν διαμαρτυρηθεί.

Θέλει να του τρίβεται και να την φασώνει. Σαν να μην πρόκειται να την ξαναφασώσει ποτέ. Έχει ξεχάσει πως μπορεί να μην την ξαναφασώσει ποτέ. Βαριέται να τη φιλάει. Ή τη φιλάει λίγο. Ξέχασε να χάνεται στα χείλη της. Και στην αγκαλιά της. Όλο κάτι θέλει να κάνει. Να σηκωθεί να κάνει κάτι.  Όμως εκείνη δεν θέλει να κάνει τίποτα μερικές φορές. Προυστ, η εικόνα για την απόλυτη ευτυχία που έχει είναι οι δυο τους σε ένα κρεβάτι.  Για πάντα. Να κάνουν ό,τι θέλουν εκεί πάνω. Στο κρεβάτι τους.  Εκείνος δεν το θέλει αυτό.  Αυτήν την θέλει όμως. Απλώς, δεν είναι ίδιοι.

Τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού τους. Τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού τους σκεφτόταν την επιστροφή. Τη ζωή μετά την επιστροφή . Τη ζωή της. Τη φυγή από τη μοναξιά.

Έμεινε εκεί. Άφησε τους άλλους να γυρίσουν πίσω.  Βόλτα. Χρειαζόταν βόλτα. Μόνη. Να ξεχάσει κιόλας αυτήν την εικόνα για το κρεβάτι. Που άλλωστε δε θα ήταν η απόλυτη ευτυχία. Θα ήταν η απόλυτη ασφάλεια. Η απόλυτη έλλειψη μοναξιάς. Και η μοναξιά για αυτήν σήμαινε δύναμη. Ε; Και προσπάθεια και εστίαση. Ίσως μια λύση σε όλα.  Ελπίδα, πάλι ελπίδα. Όχι άλλη ελπίδα.

Θα έκανε βόλτα. Χωρίς καμιά ελπίδα. Μια πολλά υποσχόμενη βόλτα. Υπόσχεση. Ελπίδα. Το μέλλον. Το μέλλον παντού να δίνει  υπόσταση στις κινήσεις μας.  Σηκώνεις το πόδι και το πατάς μέσα στο συρμό. Μεταίχμιο. Σηκώνεις και το άλλο. Μετάβαση (γιατί όχι πάλι μεταίχμιο;).Το πατάς. Μέσα. Μπήκες. Κίνηση. Για.το.μετά.Για.να.πας.εκεί.που.σε.περιμένουν.ρολόι.άργησες.ή.και,όχι.στόχος.ακουστικά.βιβλίο.σκοτώνεις.τημετάβαση.την.αγνοείς.τηνπροσπερνάς.σε.μια.προσπάθεια.να.την.επιταχύνεις.τόσα.βλέμματα.πάνωσου.και.κανένα.βλέμμα.πάνω.σου.όλα.πάνω.σου. Ποια βλέμματα; Τι να τα κάνεις τα βλέμματα. Εσύ όταν ίσως προσέξεις τα ωραία βιβλία, ή τα ωραία πρόσωπα. Ποια βλέμματα. Έκλεισες. Εσύ.τώρα.έχεις.στόχο.στό – χο.  Στον κόκκινο στόχο κάθετί άλλο.καταδικασμένο.αδικημένο.στο περιθώριο. Είσαι.αλλού.δεν.είσαι.εκεί.έχεις.στόχο.στό-χο