Ωδή

Στον κήπο μας έχουμε σκυλάκια, τρία. Είναι χαρούμενα και ζητάνε όλη την ώρα παιχνίδια. Με ενοχλούν και με γεμίζουν τύψεις. Αλλά μετά οικτίρω αυτούς που τα χαίρονται υπερβολικά πολύ και νιώθω καλύτερα.

Και γάτες που δεν μας δίνουν σημασία. Γι’ αυτό τις προτιμώ. Μόνο μία μπαίνει στο σπίτι. Την κοιτάω και ζηλεύω την ξάπλα της στο τιρκουάζ μαξιλάρι του σαλονιού. Με κάνει να θέλω να αμπαρωθώ κάτω από τα σεντόνια μου. Να πενθήσω μόνη.

Στην αυλή μας, έχουμε τσαλαπετεινούς. Έχουν ένα κόκκινο λοφίο και όταν ανοίγουμε την πόρτα να τους δούμε καλύτερα, ανοίγουν και αυτοί τα φτερά τους για να φύγουν. Και τότε απλώνουν το ασπρόμαυρο κάλλος τους. Και εγώ από όλα τα χρώματα των λουλουδιών που φυτεύει ο μπαμπάς μου διαλέγω αυτό το ασπρόμαυρο μάλλον.

Από τον ηλιόλουστο κήπο, προτιμώ το δωμάτιό μου. Από τα σκυλίσια χάδια τις σειρές στο pc. Από τις στιγμές με τους γονείς μου πάλι το pc. Από αυτόν τον κήπο, το κέντρο της πόλης. Από τον ήλιο που φωτίζει και ζεσταίνει το βασίλειο του μπαμπά μου, τον ήλιο που προσπαθεί με μανία να τρυπήσει τα κτίρια και να φωτίσει τα ανήλιαγα σοκάκια. Με ακτίνες – ξίφη. Όπου τελικά φτάνουν, καίνε τόσο πολύ, που κάνουν τα πάντα να ιδρώνουν κάτω από τον ανελέητο καλοκαιρινό ήλιο στην Αθήνα.

Δεν έχω μπάλες στον κήπο μου. Τα κοριτσάκια τα απογεύματα πηγαίναμε βόλτα στην πόλη και δεν παίζαμε μπάλα σαν τα αγοράκια. Φορούσαμε καμιά φορά τακούνια και τριγυρνούσαμε στον κήπο. Ντυνόμασταν νύφες. Καπνίζαμε χαρτί Α4. Πουλούσαμε σύκα στους περαστικούς και παίζαμε την οικογένεια. Παρακαλούσαμε τις μαμάδες μας να μας δώσουν πιάτα να πλύνουμε. Κι εκείνες μας δίναν πλαστικά πιάτα καθαρά μεν , αλλά πιο αληθινά από τα κουζινικά μας τουλάχιστον.

Και τώρα όποτε νιώθω την χαρά του παιχνιδιού, δεν είναι τόσο εύκολο να πάω να παίξω με τους φίλους μου. Γιατί οι φίλοι μου ξέρουν να παίζουν ενώ εγώ όχι. Μόνο ένας με παίζει καμιά φορά. Αλλά ξέρω πως θα ταν ωραία.

Το ποδήλατο στον κήπο μου κάθεται. `

Advertisements

Πάλι

ποιες σκέψεις μας αποκοιμίζουν; μικρό παιδί που φοβάται να κοιμηθεί μόνο του και ακολουθεί τη συμβουλή: σκέψου ωραία πράγματα, τα καλοκαίρια σου εκεί. Τώρα , κοιμάται μόνη της, μεγάλη κοπέλα. Τόσο μεγάλη που θέλει να κοιμάται μόνη της και την ενοχλούν όλοι οι άλλοι. Σχεδόν. Οι άπιαστες στιγμές πριν από τον ύπνο. Αν ήταν εικόνα θα ήταν ένας αργός στρόβιλος που παραμορφώνει. Αν ήταν μουσική θα ήταν από ηλεκτρικό πριόνι. Κάπως έτσι γίνονται οι σκέψεις από συνειδητές, σκέψεις ύπνου και από λογικές και πραγματικές, γίνονται ιστορίες και χάδια. Είναι ευγνώμων που μπορεί και αποκοιμίζει τον εαυτό της. Σε αυτόν ευγνώμων. Οι πιο ωραίες σκέψεις. Οι πιο ωραίες της ημέρας ίσως. Μην σε ξυπνήσουν μόνο ενώ σε παίρνει ο ύπνος. Ενώ γίνεται αυτή η αργή μεταμόρφωση. Μην σε ξυπνήσουν όμως. Σου χουν πάρει την πιο γλυκιά στιγμή, Μην σε ξυπνήσουν γιατί θα θυμάσαι λίγο από ό,τι είδες. Και θα είναι ακόμα πιο αλλόκοτες τότε. Πιο άπιαστες. Πιο ψηλά. Ολόδικες σου. Άυλες. Αστείες. Αλλά όχι. Είναι αυτές οι σκέψεις.

Και ίσως αυτή να είναι η χειρότερη λέξη που μπορώ να χρησιμοποιήσω για αυτήν την αίσθηση που σε βάζει για ύπνο.

ποιος φόβος μας τραβάει από την εξώπορτα το σπιτιού μας το βράδυ;

ποια βιβλία μπαίνουν στη ζωή σου; Οι ήρωές τους, νέοι φίλοι . Μέχρι να γυρίσεις την τελευταία σελίδα. Ύστερα μακρινοί παλιοί φίλοι που τους θυμάσαι ανά καιρούς. Σε μια συζήτηση με τους νέους φίλους σου. Όταν θες να τους πεις τη μοναδική σου εκείνη  παλιά εμπειρία. Φίλοι παλιοί που δεν πρόδωσες ποτέ. Παρ’ όλο που σκάσανε τα μυστικά σας για χάριν μίας αφελούς αφορμής. Χάριν μίας στιγμής που νόμιζες πως έλεγες κάτι και επικοινωνούσες πραγματικά. Φίλοι που έχασες, που ξέχασες μια μέρα. Γιατί πήγες να τους μοιραστείς. Και αυτοί οι φίλοι δεν μοιράζονται. Εσένα πρόδωσες.

Τι είχε αυτή η κοπέλα από το Deathproof; Τι είχε που σε κάνει να τη θυμάσαι ακόμα; Τι σε έκανε να πεις «εγώ θα ήμουν αυτή»; Και πόσο δεν θα θελες να ήσουν αυτή; Μα να ‘σαι δίπλα της και να την δεις. Να την κοιτάς. Αλλά μην ξαναβάλεις την ταινία. Γιατί θες να θυμάσαι μόνη σου και να αλλοιώνεις όλο και πιο πολύ την εικόνα των σταυρωμένων της ποδιών.