Θα ήθελα να με πετύχεις μια μέρα στα Εξάρχεια. Θα ήμουν λίγο μόνο μεθυσμένη. Με τα κορίτσια.  Στο φεύγα. Στην πλατεία θα καθόμουν κάπου κι θα σου μίλαγα ενώ οι άλλες θα περίμεναν λίγο πιο κει. Εγώ κάθε φορά που γυρνούσες το κεφάλι σου προς αυτές – που δεν κρύβαν πως με περίμεναν – σου λεγα ξεκόλλα. Θα μου μίλαγες κι εγώ θα ένιωθα ελαφρώς άβολα. Όχι γοητευτικά άβολα. Ενοχλητικά άβολα.

«Θες να ‘ρθεις σπίτι;», θα μου λεγες. Θ αράξουμε με τον Κωστή.

«Ναι», σου απάντησα. «Κορίτσια εγώ θα πάω με την Δάφνη»

«Πάμε»

Παίρνω δύο μπύρες για το δρόμο και ανεβαίνουμε προς Καλλιδρομίου.

Βγαίνουμε  Αλεξάνδρας χαμηλά. (Στο 52 μου είχες πει ότι το κουδούνι γράφει κάτι)

Δεν ξέρω τι θα κάναμε και πώς θα ήταν η διαδρομή. Ίσως να είχες βάλει το χέρι σου στη μέση μου για λίγο. Μόνο μια στιγμή μπορώ να φανταστώ. Όταν θα με δάγκωνες στο μάγουλο χωρίς προφανή λόγο και εγώ θα άφηνα για λίγο μόνο την απόλαυση στο πρόσωπό μου μέχρι ν’ αφήσεις το μάγουλό μου πίσω και γυρισεις να με δεις.

Φτάνουμε στο σπίτι λίγο κουρασμένες και λίγο ιδρωμένες. Ανεβαίνουμε με τα πόδια στον πέμπτο (δεν ξέρω σε ποιον όροφο μένεις). Ξεκλειδώνεις και μπαίνουμε.

 

Στο σαλόνι κάθονται πολλά αγόρια. Ας πούμε 4-5. Σε υποδέχονται θερμά. Προφανώς! Είσαι το τέλειο αγοροκόριτσο. Μου γνωρίζεις τον Κωστή. Τον Ανδρέα και τον Μιχάλη. Οι άλλοι δεν με νοιάζει ποιοι θα ναι. Κάποιοι.

 

Αρχίζουμε τις μαλακίες, τα τσιγάρα και πίνουμε γάλα. Πολύ γάλα. Γελάω πολύ. Απ’ τα τσιγάρα. Επειδή σκέφτομαι πόσο σας θέλω όλους. Και σκέφτομαι εκεινόν που μας θέλει όλους και είχε πει πόσο σχετικά είναι τα αισθήματα.

Ζητάω ένα μποξεράκι από τη Δάφνη. Για να είμαι πιο γυμνή.

Φυγαν οι άλλοι.

 

Η Δάφνη είχε τώρα ξαπλώσει πάνω μας. Με το κεφάλι της σε μένα και τα πόδια στον Κωστή. Είχε αφήσει το κεφάλι του πίσω. J’ enfoncais mes ongles dans ses cheveux. Το απολάμβανε. Κάποια στιγμή έβαλε το χέρι της στο στήθος της κι έκανε κάτι που της άρεσε. Μετά από λίγο σταμάτησα να βουτάω τα δάχτυλα μου στα μαλλιά της. Και αράξαμε έτσι.

 

Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα σηκώθηκε. «Πάω για ύπνο». Σκύβει πάνω από τον Κωστή και τον φιλάει.  Σκύβει και με κάνει μια αγκαλιά. Σηκώνεται ψηλά. Και ξανακατεβαίνει. Με φιλάει. Ανοίγουν λίγο το χείλη μου κι αφήνουν τα δικά της μέσα. Και φεύγουν.

Μένω με τον Κωστή. Νομίζω δεν είπαμε τίποτα ιδιαίτερο. Του ζήτησα να κάνω ντους και πήρα μία τέλεια μπλε πετσέτα.

Βγήκα από το μπάνιο, ήταν στον διάδρομο. Κοιταζόμασταν. Όχι δεν κοκαλώσαμε,σίγουρα δεν κοκαλώσαμε. Κοιταζόμασταν.

Εγώ έκανα πως κρύωνα για να κάνω κάτι. Με χάιδεψε στον ώμο. Ακούμπησα το σώμα μου πάνω του. Με πίεζε με το χέρι του στο σβέρκο, στον κώλο και στην κοιλιά. Ανατρίχιαζα ολόκληρη για ώρα. Έκατσα κάτω για να μην κρατάω το σώμα μου όρθιο. Γύρισα στο πλάι. Ξάπλωσε πίσω μου, έσπρωξε το πόδι μου μπροστά με το γόνατό του για να μπει στο μουνί μου.

Ήταν σαν κοιμισμένο σεξ και ήταν ωραία. Ήμουν βαριά και δεν αντιδρούσα πολύ. Όταν ανέβαινα πάνω του το  μόνο σημείο που ένιωθα πάνω μου ήταν το μουνί μου.

 

Μας πήρε ο ύπνος στο πάτωμα του διαδρόμου. Και η Δάφνη το πρωί γέλαγε.

 

 

(Φυσικά δεν τη λένε Δάφνη)

Advertisements

Πριν ξεκινήσω το διάβασμα

Περπατούσες στην Πανεπιστημίου κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, μ’ έναν καφέ στο χέρι. Ούτε κοντός ούτε ψηλός, άνετα διαγραφόταν μέσα από τα ρούχα ένα σώμα που παίζει ποδόσφαιρο με τους φίλους του. Πουκάμισο, ζώνη, παντελόνι σακακιού. Οι δυο μυς της πλάτης που κατεβαίνουν σε V ως την μέση. ‘Εστριψες και μπήκες σε μια τράπεζα.

Σώμα που πιεζόταν μέσα στα ρούχα κάτω από τον ήλιο. Τελευταία σχολικά μαθήματα, ντάγκλα και πίεση, ιδρωμένα καλσόν και κουρασμένα μεσημέρια. Γδυνόμουν γρήγορα και με νεύρα έτριβα το μουνί μου.

Θα μ’ έπαιρνες μαζί σου μετά τη δουλειά. Θα οδηγούσες και θα ξεκούμπωνες τα πρώτα κουμπιά του πουκαμίσου σου. Το αριστερό σου χέρι θα ακουμπούσε το τιμόνι με τον αγκώνα έξω από το παράθυρο. Τα γυαλιά ηλίου σου θα ήταν persol και το μέτωπό σου ιδρωμένο. Όποτε θα τα βγαζες για να σκουπιστείς θα είχες το πιο σκωτισμένο βλέμμα του κόσμου.

Με το άλλο χέρι θα μου πιανες το μπούτι και θα το χούφτωνες με δύναμη. Σε ανύποπτες στιγμές. Μπορεί να το spankαρες κιόλας.

Κατά τ’ άλλα θα ήσουν άνετος. Θα μιλούσες για όλα χωρίς να λες τίποτα. Πάντα είχαμε τον τρόπο να είμαστε cool και λειτουργικοί πρίν και μετά το σεξ.

Στρίβουμε στην Κηφισίας αριστερά. Η δεξιά πλευρά μου έχει καεί από τον ήλιο και δροσίζεται ανά σκιές.

Ανοίγεις την πόρτα του γκαράζ. Το αυτοκίνητο κατηφορίζει. Σταματά. Βάζω το χέρι μου στην πόρτα και η πλάτη μου ξεκολλά από τα δερμάτινα καθίσματα. Ασανσέρ. Με σπρώχνεις προς τα μέσα. Μου αρπάζεις τα μαλλιά και σπας το κεφάλι μου προς τα πίσω με το πόδι σου ανοίγεις τα δικά μου και το χέρι σου γλιστράει μεσ’ από τον ιδρώτα του κώλου μου στο μουνί μου. Μου δείχνεις στον καθρέφτη το υγρό που ενώνει τα δύο δάχτυλά σου. Το μουνί μου στάζει. Στάζει γιατί σ’ έβλεπα τόση ώρα στο αυτοκίνητο. Στάζει γιατί περίμενα ν αρχίσεις.

Στάζει γιατί περιμένω να με χειριστείτε. Στάζει γιατί περιμένω να με βοηθήσετε να νιώσω όσο μπορώ λίγη αντρική καύλα.

Πώς γίνεται να ήμασταν τόσο κοντά και να μην μου λες τίποτα πια

Θυμήθηκα τα αίματα στο πόδι σου ένα μεσημέρι. Είχα αδιαθετήσει. Άρα το βαζες ανάμεσα στα δικά μου. Και άρα κοιμόμασταν γυμνοί. Τα πρωινά μας μυρίζαν ελληνικό καφέ. Με τεσσερις κουταλιές καφέ. Μια φορά που το κρεβάτι σου ήταν χαλασμένο το κάναμε στο πάτωμα. Και εγώ μετά έμεινα εκεί. Μου είπες: «Χίπισσα, ντύσου». Το δωμάτιο σου μύριζε χόρτο και μπογιά. Έκλαιγα που σε απατούσα -ξαπλωμένη πάλι – σ’ ένα λιμάνι με μια φίλη. Ξαπλωμένη και τώρα – αϋπνίες – σου αφιερώνω λίγο χρόνο σκέψης. Πώς γίνεται να μην μου λείπει αυτό το δωμάτιο; Να μην μου έλειψε ποτέ; Πώς γίνεται να μην θυμάμαι τόσα; Και δεν πρόλαβα να πάρω και φωτογραφίες ρε γαμώτο. 

Ο κόσμος υψώνεται μπροστά μου τεράστιος κι εγώ φοβάμαι.

 

Κι όταν σου λέω ότι θέλω να γίνω κάτι για να νιώθω καλά και μου λες «αν είναι να το κάνεις γι αυτό, μην το κάνεις», είσαι αφελής. Γιατί κι εσύ γι αυτό το κάνεις. Τρέχουμε να ξεφύγουμε από τη ματαιότητά μας.

Και βέβαια πιστεύω στη γνώση.