Πώς γίνεται να ήμασταν τόσο κοντά και να μην μου λες τίποτα πια

Θυμήθηκα τα αίματα στο πόδι σου ένα μεσημέρι. Είχα αδιαθετήσει. Άρα το βαζες ανάμεσα στα δικά μου. Και άρα κοιμόμασταν γυμνοί. Τα πρωινά μας μυρίζαν ελληνικό καφέ. Με τεσσερις κουταλιές καφέ. Μια φορά που το κρεβάτι σου ήταν χαλασμένο το κάναμε στο πάτωμα. Και εγώ μετά έμεινα εκεί. Μου είπες: «Χίπισσα, ντύσου». Το δωμάτιο σου μύριζε χόρτο και μπογιά. Έκλαιγα που σε απατούσα -ξαπλωμένη πάλι – σ’ ένα λιμάνι με μια φίλη. Ξαπλωμένη και τώρα – αϋπνίες – σου αφιερώνω λίγο χρόνο σκέψης. Πώς γίνεται να μην μου λείπει αυτό το δωμάτιο; Να μην μου έλειψε ποτέ; Πώς γίνεται να μην θυμάμαι τόσα; Και δεν πρόλαβα να πάρω και φωτογραφίες ρε γαμώτο. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s